Φωτογραφια της Ξινόβρυσης

Ιστορικό

Η Μαγνησία εκτείνεται στην ανατολική πλευρά του θεσσαλικού κάμπου προσφέροντας στην ηπειρωτική χώρα μία ασφαλή έξοδο προς τη θάλασσα στον κόλπο του Παγασητικού.
Η καίρια γεωγραφική θέση της περιοχής στο άξονα βορρά – νότου της ελληνικής χερσονήσου, προσέλκυε κατά την αρχαιότητα όλους τους επίδοξους κατακτητές αλλά και νομάδες που κατευθύνονταν προς τη νότιο Ελλάδα.
Η γειτνίαση εύφορων εδαφών και θάλασσας απετέλεσαν ένα ισχυρό κίνητρο κατοίκησης της περιοχής από την προκεραμική ακόμα νεολιθική περίοδο (7.000 π.Χ.). Τα πρωτοελλαδικά φύλα που άρχισαν να φτάνουν από το 2.500 π.Χ, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Θεσσαλικού κάμπου και της Μαγνησίας. Πελασγοί, Λέλεγες, Αίμονες, Μινύες Δόλοπες κ.λ.π ήταν μερικά από τα φύλα αυτά που υπήρξαν ο πυρήνας των Ελληνικών φύλων που επικράτησαν στην Ελληνική χερσόνησο μέχρι σήμερα. Οι Μάγνητες υπήρξε ο λαός που μέχρι την κάθοδο των Δωριέων κατείχε τα παράλια του Πηλίου και του Παγασητικού κόλπου.
Τα πρώτα ιστορικά χρόνια μετά το 1000 π.Χ στην περιοχή του Παγασητικού κατοικούσαν οι Μάγνητες οι οποίοι κατοίκησαν μόνο τα παράλια, κυρίως από την ήρεμη πλευρά του Παγασητικού και λιγότερο από την πλευρά του Αιγαίου. Οι πόλεις τους πρέπει να ήταν αρκετά ισχυρές και με ναυτική δραστηριότητα καθώς συμμετείχαν στην Τρωική εκστρατεία και αναφέρονται εκτός από τον Όμηρο και από άλλους αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Πλίνιο. Οι πόλεις των Μαγνητών έχουν παραμείνει αταύτιστες καθώς περιορισμένες ανασκαφικές εργασίες έχουν γίνει στην περιοχή.
Από τον 6ον αιώνα οι Μάγνητες ελέγχονται από τους Θεσσαλούς που χτίζουν τις Παγασές (απέναντι από το σημερινό Βόλο) σαν επίνειο της πόλης των Φερών (στο σημερινό Βελεστίνο). Το Πήλιο έχει συνδεθεί και με την εκστρατεία του Ξέρξη, κατά της Ελλάδας το 480π.Χ. Στις νότιες ακτές του βουνού στο ακρωτήριο της Σηπιάδος καταστράφηκε μεγάλο μέρος του περσικού στόλου από θυελλώδεις ανέμους, ενώ ακόμα νοτιότερα, απέναντι από το Αρτεμίσιο της Ευβοίας, ενεπλάκησαν οι ναυτικές δυνάμεις των δύο αντιπάλων, όπου οι Έλληνες κατάφεραν ν΄ αναχαιτίσουν τον Περσικό στόλο.
Το 353 π.Χ ο Φίλιππος ο Β΄ κατέλαβε όλη τη Θεσσαλία μετατρέποντάς τη σε επαρχία του μακεδονικού κράτους.
Κατά την ελληνιστική περίοδο και τις διαμάχες που ακολούθησαν το θάνατο του Μεγ. Αλέξανδρου, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής το 293 π.Χ ίδρυσε τη Δημητριάδα στο μυχό του Παγασητικού κόλπου καθιστώντας την πρωτεύουσα του κράτους του που εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο. Πολλοί από τους Μάγνητες εγκαταστάθηκαν στη Δημητριάδα ενώ πολλοί άλλοι κατέφυγαν στο πυκνοδασωμένο Πήλιο δημιουργώντας μικρούς ποιμενικούς οικισμούς.
Το 196π.Χ οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Δημητριάδα απωθώντας τους Μακεδόνες στα πατρογονικά τους εδάφη και ελισσόμενοι διπλωματικά απέδωσαν την ανεξαρτησία των κατακτημένων περιοχών. Κατά τη διάρκεια της σύντομης ανεξαρτησίας τους, οι Μάγνητες δημιούργησαν το "κοινό των Μαγνήτων" για ν΄ αντιμετωπίσουν τους επιθετικούς Θεσσαλούς Αλευάδες.
Μετά την ήττα των Μακεδόνων στην Πύδνα το 168 π.Χ όλη η περιοχή υπήχθη οριστικά πλέον στους Ρωμαίους.
Μετά το χωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 330μ.Χ η περιοχή υπήχθη στο ανατολικού Ρωμαϊκό κράτος που μεταγενέστερα εξελίχθηκε στο Βυζαντινό. Η Δημητριάδα αναβίωσε εκ νέου και έγινε έδρα επισκοπής.
Οι βαρβαρικές επιδρομές (396 Γότθοι – 539 Ούννοι) κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας μετά Χριστόν, ερήμωσαν την περιοχή και ειδικότερα το Πήλιο ενώ σλάβικες φυλές αναμίχθηκαν με τους κατοίκους που απέμειναν.
Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός για να προστατεύσει την περιοχή κτίζει το κάστρο του Γόλου, στη θέση Παλιά του Βόλου, θέση στην οποία πιστεύεται ότι υπήρξε η αρχαία Ιωλκός. Μεγάλες εκτάσεις της περιοχής του Πηλίου παραχωρήθηκαν από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες σε μοναστήρια που δημιουργήθηκαν στην περιοχή. Στο Πήλιο εγκαταστάθηκαν και επώνυμοι Βυζαντινοί όπως οι Μελλισηνοί (Μαλλιασηνοί) οι οποίοι δημιούργησαν το μοναστήρι της Οξείας Επισκέψεως Σε χάρτη της εποχής το Πήλιο εμφανίζεται σαν "Monastir" λόγω των πολλών Μοναστηριών που ιδρύθηκαν.
Η ευρύτερη περιοχή της Ξινόβρυσης ανήκε στο μοναστήρι της Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Συκής.
Στην θέση Παλιόκαστρο Ξινόβρυσης έχουμε πληθώρα ευρημάτων που πιθανότατα να ανήκουν σε αυτή την περίοδο επίσης σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων στην ίδια περιοχή έχει βρεθεί επιτύμβια στήλη.
Ακριβώς απέναντι από το Παλιόκαστρο στην θέση που βρίσκεται η εκκλησία της Αγ.Παρασκευής βρέθηκαν ομαδικοί τάφοι, μάρτυρες κάποιας ομαδικής σφαγής ή λοιμού. Μετά την έλευση των Φράγκων το 1204μ.Χ και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η περιοχή του Πηλίου υπήχθη στους Φράγκους, τους Βενετούς και τους Γενουάτες οι οποίοι φαίνεται ότι συγκατοίκησαν με τους Βυζαντινούς.
Η έλευση των Τούρκων το 1423 υπήρξε και η γενεσιουργός αιτία για τη δημιουργία της σημερινής μορφής του Πηλίου. Τα πλέον εύφορα μέρη της περιοχής τα κατέλαβαν οι Τούρκοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο κάστρο του Γόλου, δίπλα στο σημερινό Βόλο και στην περιοχή των Λεχωνιών αδιαφορώντας για το υπόλοιπο βουνό.
Οι ντόπιοι αλλά και πολλοί Έλληνες που θέλανε να ξεφύγουν από τον δεσποτισμό των Τούρκων αποσύρθηκαν στα πιο άγονα και δύσβατα τμήματα του Πηλίου δημιουργώντας σταδιακά τους οικισμούς που υπάρχουν μέχρι σήμερα.
Το Πήλιο διατήρησε την ανεξαρτησία του και μάλιστα το1669 ο σουλτάνος Μεχμέτ.Δ’ "δώρισε" στην μητέρα του 15 από τα χωριά του Πηλίου δίνοντας προνόμια και φορολογικές ελαφρύνσεις. Τα βακούφια όπως ονομάζονταν ήταν προστατευμένα από τις αυθαιρεσίες των τοπικών αρχών.
Στα βακούφια ανήκε και η περιοχή της Αργαλαστής άρα και της Ξινόβρυσης σύμφωνα με το βιβλίο Συμεών ο Μονοχίτων.
Οι Πηλιορείτες άρχισαν να αναπτύσσονται, το θαλασσινό εμπόριο ανθούσε, σχολεία χτίζονταν και το Πήλιο σταδιακά μεταβαλλόταν σε χώρο οικονομικής αλλά και πολιτιστικής ανάπτυξης, ξεχωρίζοντας από την υπόλοιπη σκλαβωμένη Ελλάδα. Η παραγωγή του μεταξιού υπήρξε μία από τις σημαντικές δραστηριότητες της περιοχής μαζί με την ναυτιλία και το εμπόριο.
Η αυτοδιοίκηση της περιοχής προσέλκυσε πολλούς κατατρεγμένους Έλληνες απ΄ όλη την Ελλάδα. Οι Ηπειρώτες που εγκαταστάθηκαν στο Πήλιο άριστοι τεχνίτες της πέτρας συνεισέφεραν για τη δημιουργία της μοναδικής αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του Πηλίου όπου σπίτια, καλντερίμια, γεφύρια, κρήνες και πέτρινες κατασκευές ταιριάξανε αρμονικά πνιγμένα σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον.
Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Ρήγα Φεραίος ή Βελεστινλής (Αντώνης Κυριαζής) σπούδασε στη Ζαγορά ενώ εργάστηκε σαν δημοδιδάσκαλος στο χωριό Κισσός του Πηλίου πριν αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη και τη Βιέννη.
Το 1821 η έκρηξη της επανάστασης στη νότια Ελλάδα παρέσυρε και το Πήλιο. Στην εξέγερση ηγήθηκε ο ιερωμένος Άνθιμος Γαζής που καταγόταν από τις Μηλιές. Γύρω του συσπειρώθηκαν οι αρματολοί της περιοχής και τον Μάιο του 1821 κήρυξαν της επανάσταση. Γρήγορα όμως ο Δράμαλης, ο πασάς της Λάρισας, έπνιξε την επανάσταση στο αίμα. Οι μικρές ομάδες αντίστασης που παρέμειναν ακόμα επί δύο περίπου χρόνια αποδεκατίσθηκαν από τα στρατεύματα του Κιουταχή.
Εκείνη την περίοδο του 1823 το χωριό κάηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους οι δε κάτοικοι του σφαγιάστηκαν εκτός από ελάχιστες οικογένειες που ήταν σε αγροτικές εργασίες και κατάφεραν να διαφύγουν.
Το 1854 ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια απελευθέρωσης αλλά και αυτή απέτυχε καθώς δεν υπήρξε καμία βοήθεια από την ελεύθερη Ελλάδα.
Το 1878 με αφορμή τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο ξέσπασε στο Πήλιο μια καλύτερα οργανωμένη επαναστατική κίνηση. Στις μάχες που πραγματοποιήθηκαν στη μονή Σουρβιάς και έξω από τη Μακρινίτσα, οι Έλληνες πέτυχαν σημαντικές νίκες εναντίον των Τούρκων. Οι επαναστατικές αυτές κινήσεις έδωσαν το έναυσμα ώστε το 1881 η Θεσσαλία να ενσωματωθεί οριστικά στην Ελλάδα.
Η Ξινόβρυση καταγράφεται με το Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126) "Περί της εις δήμου διαιρέσεως της εν τω νομό Λαρίσης επαρχίας Βόλου". Ο συνολικός πληθυσμός του Δήμου ήταν 3731 κάτοικοι και συμμετείχαν η Αργαλαστή, η Ξινόβρυση, η Συκή, η Καλλιθέα και το Μετόχι.
Η αρχική ονομασία του χωριού ήταν Μπιστινίκα ή Μπεστινίκα. Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος αποδίδει την ονομασία του χωριού στην σλαβική λέξη pestinik ή pecnik, που σημαίνει φούρνος.
Αυτή η άποψη βέβαια τίθεται εν αμφιβόλω λόγω του ότι είναι πολύ γενική και ούτε υπάρχει μαρτυρία ή εύρημα για κάτι αντίστοιχο.
Μία άλλη άποψη είναι να προέρχεται από την παράφραση της πρότασης "μέσ' τ' στενίκα" αλλά ούτε και αυτή η άποψη είναι ισχυρή διότι το χωριό πότε δεν ήταν χτισμένο σε κάποιο ιδιαίτερο στένωμα.
Μία τρίτη άποψη είναι ότι προέρχεται από το όνομα κάποιου αρχικού οικιστή η οικογένειας.
Αξίζει να αναφερθεί ότι σε συμβόλαια κτίσης των Ξινοβρισιωτών περί το 1870-1880 το χωριό αναφέρεται ως Πιστινίκα (με την Πίστιν Νίκα;) με τρία γιώτα και δύο περισπωμένες.
Το 1914 η Μπιστινίκα έγινε αυτόνομη κοινότητα και απέκτησε και δημοτικό σχολείο. Με τον νόμο του Ελ.Βενιζέλου το όνομα του χωριού άλλαξε σε Ξινόβρυση. Η νέα ονομασία του χωριού προέρχεται από την ονομασία πηγής του χωριού απ' όπου αναβλύζει υπόξινο νερό.
Με το «σχέδιο Καποδίστριας» (Ν. 2539/1997), η Ξινόβρυση έγινε από το 1998 δημοτικό διαμέρισμα του νέου Δήμου Αργαλαστής και με τον νέο νόμο του <<Καλλικράτη>> έγινε Δημοτικό διαμέρισμα του διευρυμένου Δήμου Νοτίου Πηλίου.
Για τον επισκέπτη, πολύ ενδιαφέρον έχουν οι πανέμορφες παραλίες της Ξινόβρυσης, ο Κομός η Μουρτίτσα, τα Ποτιστικά με τους επιβλητικούς βράχους Κουρήτες και η Μελανή, που βρίσκονται σε απόσταση περίπου 4 χλμ. από το χωριό και στις οποίες οδηγεί ασφαλτοστρωμένος δρόμος.
Στην πλατεία του χωριού υπάρχουν πανέμορφα εστιατόρια όπου κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια ο επισκέπτης θα βρει εξαιρετικό και φθηνό φαγητό. Επάνω από την πλατεία του χωριού, βρίσκεται η τρίκλιτη βασιλική της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κτίσμα των αρχών του 19ου αι. σύμφωνα με την πηλιορείτικη αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης.
Υπέροχα είναι και τα εξωκκλήσια της Αγ. Παρασκευής του Αγ. Νικόλαου του Νέου του Αγ.Γεωργίου του Αγ. Αθανασίου του Αγ.Θεοδώρου κλπ.
Αξίζει ένας περίπατος στα καλντερίμια του χωριού όπου πολλές κατοικίες έχουν αναπαλαιωθεί σύμφωνα με την πηλιορείτικη αρχιτεκτονική.